Η έννοια του Διεθνισμού και η Αριστερά στην Ελλάδα

 

                    

            Του ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΠΟΥΖΑΝΗ*
    Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα οι παιδικές παθογένειες της Αριστεράς σε σχέση με τα κλασικά ερωτήματα πάνω στις έννοιες του Έθνους, του Κράτους και της Διεθνούς Κοινωνίας. Στο «εγχειρίδιο» του συνεπούς αριστερού το «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών» αποτελεί αυταξία ενώ κάθε αναφορά σε όρους όπως το έθνος, η εθνική συνείδηση ή η εθνική κυριαρχία θεωρείται ύποπτη. Ύποπτη για ρατσιστικές, εθνικιστικές ή λαϊκίστικες εκφάνσεις μιας συντηρητικής πατριδοκάπηλης στάσης. Είμαστε όμως τώρα, πιο πολύ απ’ότι άλλοτε, μπροστά σε μια εκκωφαντική αντινομία η οποία είτε τεχνηέντως παραβλέπεται είτε ουδετεροποιείται τοποθετώντας διαφορετικές θεωρήσεις σε διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης. Από την μία μεριά, η έννοια της εθνικής κυριαρχίας αντιμετωπίζεται παραδοσιακά με καχυποψία ενώ, από την άλλη, οι αποκαλούμενες προοδευτικές δυνάμεις της χώρας συμφωνούν για το έλλειμα λαϊκής κυριαρχίας που καταπατήθηκε από τεχνοκράτες του τραπεζικού συστήματος. Ήρθε όμως η ώρα να κατανοήσει η ελληνική αριστερά πως η «εθνική κυριαρχία» και η «λαϊκή κυριαρχία», αν και δεν είναι ταυτόσημοι όροι, στις υπάρχουσες συνθήκες προϋποθέτουν η μία την άλλη.

 

    Στόχος μας λοιπόν δεν είναι μόνο ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας του διεθνισμού ώστε να μην καταλήγει αλλεργικός σε κάθε είδους συζήτηση πάνω στην έννοια του έθνους, αλλά και η διευκρίνηση ότι στις υπάρχουσες συγκυρίες, όπου κάποιοι ονειρεύονται μια παγκόσμια απολυταρχική διακυβέρνηση τραπεζιτών, η αριστερά πρέπει να υπερασπιστεί το δικαίωμα της διαφορετικότητας και του αυτοπροσδιορισμού ενάντια στην νεοφιλελεύθερη πρόκληση ομογενοποίησης και αναλωσιμότητας του ατόμου μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη δομή εκμετάλλευσης. Ομοίως, και οι θεωρίες κέντρου-περιφέρειας, οι οποίες υπογραμμίζουν την ύπαρξη των δομών εκμετάλλευσης της παγκόσμιας οικονομικο-πολιτικής σκηνής, πρέπει να επαναπροσδιορίσουν το ίδιο τους το αντικείμενο τονίζοντας ότι οι ισχυροί παίκτες (πολυεθνικές, υπερεθνικοί οργανισμοί, επενδυτικές και τραπεζικές επιχειρήσεις και οίκοι αξιολόγησης) έχουν ως κύριο όργανό τους στο παιχνίδι αυτό της επιβολής εξάρτησης και εκμετάλλευσης, τους κρατικούς μηχανισμούς των ισχυρών κρατών του βορρά, οι οποίοι όμως λειτουργούν ως ημιανεξάρτητα-ημιεξαρτημένα καπιταλιστικά όργανα.

    Πράγματι, η παγκόσμια οικονομική και πολιτική τάξη – η οποία καθοδηγείται από υψηλόβαθμα στελέχη και τεχνοκράτες μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων, μεγάλων επενδυτικών και τραπεζικών οργανισμών και από συμβούλια «σοφών» στα μεγάλα και ισχυρά καπιταλιστικά κράτη – έχει καταφέρει να εγκαταστήσει μηχανισμούς και δομές εκμετάλλευσης, οι οποίοι μεταφέρουν πλεονάσματα (συμπιέζοντας μισθούς και καταστρέφοντας κάθε ίχνος κρατικού ιστού) από τις φτωχές χώρες του Νότου στις ισχυρές χώρες του Βορρά. Έτσι, μέσω της εγκατάστασης στις φτωχές χώρες του Νότου διεφθαρμένων ελίτ – οι οποίες συνδέουν τις ηγεσίες και τους συνδέσμους των ισχυρών αυτών «παικτών» της παγκόσμιας τάξης με τις πολιτικές, δικαστικές και ειδησεογραφικές ελίτ των φτωχών χωρών – συστηματοποιούνται και επιβάλλονται αυτές οι σχέσεις εξάρτησης και μεταφοράς πραγματικών πλεονασμάτων, με αποτέλεσμα την κατάλυση κάθε είδους δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

    Μπροστά σε αυτή την εικόνα μιας παγκοσμιοποιημένης δομής εκμετάλλευσης, κάποιοι θεωρητικοί στην Ελλάδα μπέρδεψαν το δικαίωμα στην αντίσταση με τον εθνικισμό, καθώς η κοσμοπολίτικη νοοτροπία, σε διεθνιστικές τάξεις αριστερών δυνάμεων στην Ελλάδα, δεν τους έχουν επιτρέψει να διαχωρίσουν την έννοια του εθνικισμού από αυτήν της υγιούς συλλογικής αυτοάμυνας. Και θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο πως το να αντιστέκεσαι στο ξεπούλημα δημοσίων επιχειρήσεων και εδαφών και το να αντιστέκεσαι στην υποδούλωση, την εξαθλίωση και την ταπείνωση των αδύναμων κρίκων αυτής της παγκόσμιας τάξης προς όφελος των μεγάλων προαναφερθέντων συμφερόντων, δεν σε καθιστούν εθνικιστή. Ο Εθνικισμός αναφέρεται σε ρατσιστικές, υποτιμητικές νοοτροπίες, αντιλήψεις και προσανατολισμούς που σχετίζονται με την εθνικότητα και τον τόπο καταγωγής.  Από την άλλη, η πίστη στα διεθνή κινήματα και τη συνεννόηση των λαών αναφορικά με την αλλαγή είναι απόλυτα συμβατή (θεωρητικά και πρακτικά) με την υπεράσπιση χωρών που έπεσαν θύματα ληστρικής καπιταλιστικής συμπεριφοράς αυτής της παγκόσμιας κερδοσκοπικής τάξης. Σε αυτό το σημείο δε χρειάζεται να σταθούμε στη διάκριση έθνους και χώρας-κράτους. Σημαντική η διάκριση, αλλά ας μην παίζουμε με τις λέξεις, και ας εξετάσουμε την εν λόγω αντινομία τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

    Αναφορικά με την θεωρητική διάσταση του ζητήματος, εφόσον το επίπεδο ανάλυσης του διεθνισμού είναι το υπερεθνικό, δεν υπάρχει αρχικά τίποτα το αντιφατικό στο να μιλάμε για διεθνή κινήματα που μάχονται τη διεθνή τάξη εκμετάλλευσης, αλλά και για έθνη ή άλλες συλλογικότητες που προσπαθούν να επιβιώσουν μιας ολοκληρωτικής παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ο Διεθνισμός προϋποθέτει εθνικές οντότητες αλληλέγγυες η μία στην άλλη. Όμως τί εξυπηρετεί η καθολική θεωρητική εστίαση σε υπερεθνικές και διεθνείς ομάδες συμφερόντων και οργανισμών; Με την ανάδυση της παγκοσμιοποιημένης διεθνούς καπιταλιστικής πραγματικότητας η κοινωνικο-θεωρητική πάλη μεταξύ ατόμου και κοινωνίας μετεξελίχθηκε σε μια πάλη μεταξύ κράτους και διεθνούς τάξης. Η «Διεθνιστική» απάντηση σε αυτή την μετεξέλιξη ήταν μία παρατήρηση κανονιστικής-αξιολογικής χρήσης: τα διεθνή κινήματα θα μπορούσαν (η θα πρέπει) να είναι το σπέρμα μιας πιο αλληλέγγυης σοσιαλιστικής, παγκόσμιας κοινωνίας. Όμως, τα κοινωνικο-θεωρητικά ερωτήματα για την καταπίεση και αλλοτρίωση του ατόμου μέσα στην κοινωνία του, και για την δυνατότητα μιας αναστοχαστικής δημιουργίας και συμμετοχής στο κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο προηγούνται θεωρητικά κάθε κανονιστικής θεώρησης των διεθνών κινημάτων. Άλλωστε, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω, τέτοιου είδους αξιολογικές κρίσεις αναφορικά με το κατά πόσο παγκοσμιοποιημένος πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός, δεν μπορούν να απαντηθούν από εμάς εν μέσω άκρατου καπιταλισμού.

    Η παρούσα ανάλυση δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τη συμβατότητα μεταξύ διεθνιστικών προσεγγίσεων και αναφορών σε εθνικές οντότητες που πασχίζουν για επιβίωση, μέσω μιας διάκρισης περιγραφικών και κανονιστικών θεωρήσεων – τοποθετώντας τα δύο αυτά στοιχεία ατυχώς σε διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης. Αντίθετα, ακριβώς επειδή τα δύο αυτά επίπεδα ανάλυσης δεν μπορούν να διακριθούν, θεωρήσεις που εστιάζουν στην αλληλεγγύη των λαών προϋποθέτουν, παρά αντιδιαστέλλουν, την κοινωνικο-θεωρητική έρευνα πάνω στην πάλη του ατόμου με (εθνικές ή υπερεθνικές) δομές εξωτερικές από αυτό, άρα και στο δικαίωμα και τη δυνατότητα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας απέναντι σε διεθνείς μηχανισμούς εκμετάλλευσης. Είναι λοιπόν ανάγκη επιτακτική ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας του Διεθνισμού σε σχέση με κοινωνικο-θεωρητικά ζητήματα, καθώς τα διεθνή κινήματα προϋποθέτουν (αλληλέγγυες) συλλογικότητες με ημιαυτόνομες κοινωνικο-ιστορικές πορείες και πραγματικότητες. Άλλωστε δεν είναι η παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική λαίλαπα το φαινόμενο της ομογενοποίησης και της ισοπέδωσης κάθε μορφής πολιτισμικής διαφορετικότητας και αντικατάστασής της από μία και μόνη αξία, την ορθολογική-ατομικίστικη συμπεριφορά; Και γιατί πρέπει αναγκαστικά να συνδεθεί θεωρητικά η ύπαρξη τέτοιων συλλογικοτήτων με την ύπαρξη καπιταλιστικών κρατών;

    Σε πιο πρακτικό επίπεδο, ένας υπεύθυνος διεθνισμός που εξετάζει ολιστικά το πρόβλημα σε διεθνές επίπεδο (θα πρέπει να) είναι συμβατός με την κάθε εστίαση σε χώρες θύματα – στις οποίες, όταν πια η μεσαία αστική τάξη έχει εντελώς εξαλειφθεί και όταν πια δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια πολιτικής λιτότητας, ασκείται η πίεση να ξεπουλήσουν πλουτοπαραγωγικούς πόρους ή κρατικούς μηχανισμούς. Μηχανισμούς που καμιά από τις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες δεν έχει ιδιωτικοποιήσει.  Και πρέπει κάποια στιγμή να ειπωθεί πως μία χώρα που δεν έχει δικό της νόμισμα ώστε να τροφοδοτήσει εσωτερική ανάπτυξη μέσω πληθωριστικής πολιτικής, με το να ιδιωτικοποιεί-ξεπουλάει το δημόσιο τομέα της στερείται και τα δύο εργαλεία οικονομικής πολιτικής – δηλαδή νομισματική και δημοσιονομική πολιτική – και συνεπώς στερείται δημοκρατικής ευχέρειας: για ποιο λόγο ένας πολίτης να ψηφίσει ένα πρόγραμμα όταν η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχει τα εργαλεία να επέμβει και η μόνη πραγματική δύναμη είναι η αδηφαγία των αγορών; Από την άλλη, η έκφραση «ξεπουλήσανε και προδώσανε έναν ολόκληρο λαό» δεν κρύβει ούτε εθνικιστικά νοήματα, ούτε παραπέμπει σε κρατικο-κεντρικές αντιλήψεις. Καθώς πρέπει να είναι κατανοητό πως κάθε ξήλωμα-ξεπούλημα μηχανισμών-πόρων (κρατικών και μή) που έχουν δημόσιο χαραχτήρα – και η μετάλλαξη των οποίων μπορούσε να συνεισφέρει στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων – εκθέτει όλο και περισσότερο τους λαούς στον μύλο της ελεύθερης αγοράς, που αλέθει ανειδίκευτους και αναλώσιμους και παράγει απαίδευτους σε έναν πλανήτη γεμάτο τοξικά και απόβλητα.

    Δυστυχώς, στην Ελλάδα, μέρος της Αριστεράς κρατάει μια ανεύθυνη και εντελώς ενοχική στάση όσον αφορά την υπεράσπιση βασικών συλλογικών συμφερόντων από την αδηφαγία του σύγχρονου καπιταλιστικού παγκόσμιου συστήματος. Όταν οι πολίτες μιας χώρας απαιτούν αυτονομία και ανεξαρτησία από τους παγκόσμιους δυνάστες, εσύ δεν μπορείς να διεκδικείς μια παγκόσμια άμορφη ομογενοποίηση. Όταν μια κοινωνικο-ιστορική οντότητα, η πολιτισμική παράδοση της οποίας έχει συνδεθεί με το δημοκρατικό κεκτημένο, ζητάει σύσσωμη θεσμικό επαναπροσδιορισμό για περισσότερη δημοκρατία, εσύ δεν μπορείς να προτάσσεις ένα ανέφιχτο, ασαφές, ισοπεδωτικό και σε τελική ανάλυση ανεπιθύμητο γκρέμισμα κάθε έννοιας που περιλαμβάνει την ύπαρξη του αυταπόδεικτου – την ύπαρξη κοινωνικο-ιστορικών οντοτήτων που αυτοπροσδιορίζονται και συνεργάζονται αυτόνομα και δημοκρατικά. Το οξύμωρο είναι ότι το κύριο επιχείρημα κατά μιας – δήθεν ουτοπικής – άμεσης δημοκρατίας ήταν πως τα υπάρχοντα κράτη είναι τεράστια σε γεωγραφική έκταση και σε πληθυσμό. Κόντρα στην όποια ελάχιστη δόση αλήθειας κρυμμένη σε αυτό το ατυχές επιχείρημα, ποιός μπορεί και ποιός νομιμοποιείται να ονειρεύεται άτομα, απαλλαγμένα από κάθε είδους πολιτισμική ή γλωσσική διαφοροποίηση, μέσα σε ένα παγκόσμιο συνονθύλευμα – μέσα σε μια τεχνο-επιστημονική δυναμική ελέγχου και διαμόρφωσης ιδεών; Η τεχνολογία δεν έχει φέρει μόνο τους λαούς πιο κοντά με την ανάπτυξη των μέσων επικοινωνίας, έχει επίσης αυξήσει την δυνατότητα ελέγχου και καταστολής. Και κάθε έλλειψη κοινωνικο-ιστορικής οντότητας καθιστά το άτομο εξαιρετικά ευάλωτο και αναλώσιμο.

    Αλλά ας ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο κάτι σημαντικό. Το κατά πόσο ο σοσιαλισμός θα είναι παγκοσμιοποιημένος και με ποιον τρόπο, ας το αφήσουμε να το καθορίσουν οι σοσιαλιστές του μέλλοντος εάν και όταν υπάρξουν. Ποιος είναι αυτός, και με ποια κατάρτιση, επιστημονική ή τεχνολογική, που θα προσδιορίσει πώς θα ζήσουν οι άνθρωποι σε μια άλλη κοινωνία στην οποία o ίδιος δεν ζει και ίσως δεν πρόκειται ποτέ να δει – με ποια λογική και με ποιο τρόπο θεμελιωμένη; Εδώ συζητάμε για το συλλογικό δικαίωμα στην αυτοάμυνα και δεν προσπαθούμε να σχεδιάσουμε κοινωνίες όπως πολλοί αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί στην Ελλάδα φαντασιώνονται ότι σχεδιάζουν. Αν οι μελλοντικοί σοσιαλιστές αποφασίσουν να αυτοπροσδιοριστούν ως μια παγκόσμια ολότητα, θα το κάνουν σίγουρα χωρίς να μας βρουν για να μας ρωτήσουν. Είναι άλλο το να προτείνεις και να στοχάζεσαι αφηρημένα πάνω σε γενικά κριτήρια για κάθε σοσιαλιστική κοινωνία – για κάθε κοινωνία στην οποία οι πολίτες, έχοντας κοινωνικοποιήσει τους παραγωγικούς πόρους και τα μέσα παραγωγής, αμεσοδημοκρατικά αποφασίζουν για την παραγωγή και διανομή των αγαθών – και άλλο το να προβάλλεις τους πόθους σου για την έκταση, την συγκεκριμένη μορφή και την πληθυσμιακή σύσταση μελλοντικών κοινωνιών, πανω στην ίδια την ιστορία των κοινωνιών – κάτι που συνιστά μεθοδολογικό λάθος. Το επιχείρημα εδώ, δεν εναντιώνεται στο δικαίωμα για διεκδίκηση απο τον καθένα απο εμάς μιας κοινωνίας που επιθυμεί, ή θεωρεί πιο δίκαιη, παρά επιχειρεί να τονίσει τα όρια της γνώσης μας που υπάρχουν αναγκαστικά σε τέτοιες αναστοχαστικές αναζητήσεις.

    Σύμφωνοι, ο Σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι ζήτημα μίας μόνο χώρας σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό περιβάλλον. Σύμφωνοι, η ταξική πάλη είναι έντονη και στις αναπτυγμένες χώρες, και αυτό απαιτεί αλληλεγγύη των λαών και μαζικά κινήματα – αλλά αυτό δεν αντιφάσκει με τα παραπάνω. Το θέμα μας εδώ είναι ο αποπροσανατολισμός της Αριστεράς σχετικά με θέσεις για την αντιμετώπιση ενός οικονομικού πολέμου, με υπαρκτές κοινωνικές οντότητες (που υποφέρουν) και όχι οι φαντασιώσεις ή οι πόθοι κάποιας σέχτας. Όσοι ονειρεύονται διεθνή κινήματα απαλλαγμένα από σύνορα και τοπικιστικά συμφέροντα, μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι ότι ο καπιταλισμός με την σημερινή παγκοσμιοποιημένη του μορφή – μιας τεράστιας μηχανής ομογενοποίησης – θα καταβροχθίσει μαζί με την αξιοπρέπεια και τις αντοχές των διαφόρων λαών και τα σύνορα που τους χωρίζουν. Για την ώρα, όμως, το παιχνίδι παίζεται άνισα μεταξύ ισχυρών πολυεθνικών και επενδυτικών παικτών (και του πολιτικού, του δικαστικού και του δημοσιογραφικού τους «προσωπικού»), και φτωχών χωρών. Δυστυχώς ή ευτυχώς, στο διεθνές επίπεδο ανάλυσης, πέρα από τα πολυπόθητα διεθνή κινήματα, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες και μηχανισμοί όπως ιμπεριαλιστικά κράτη αλλά και οίκοι αξιολόγησης και επενδυτικοί κολοσσοί που τζογάρουν σε βάρος ολόκληρων οικονομιών χωρίς να λογοδοτούν σε καμιά εξουσία. Με συνέπεια, τα πλεονάσματα να μεταφέρονται στις ισχυρές εθνικές οντότητες που φιλοξενούν τις έδρες και τα συμβούλια των τεχνοκρατών αυτών των ισχυρών παικτών της παγκόσμιας κοινότητας. Και αυτό ένας υπεύθυνος διεθνισμός που στοχεύει στην πραγματική αλλαγή πρέπει να το λάβει σοβαρά υπόψιν του – ποιος πραγματικά επιθυμεί την εξάλειψη κάθε είδους ιδιαιτερότητας και ποιος ονειρεύεται μια παγκόσμια άμορφη μάζα καταναλωτών;

   Συμπέρασμα: Η Αριστερά στην Ελλάδα θα πρέπει να τοποθετήσει την Ελλάδα στον Παγκόσμιο χάρτη εκμετάλλευσης, να εναντιωθεί στις ληστρικές, τοκογλυφικές και ιμπεριαλιστικές επιθέσεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για αυτονομία και συλλογική αξιοπρέπεια – αντί να κατηγορεί για εθνικισμό κάθε φωνή που αντιτάσσεται στο ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας προς όφελος ληστρικών κρατών όπου εδρεύουν οι «σοφοί» τεχνοκράτες των ισχυρών αυτών παικτών. Προφανώς και το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, αλλά έχει (περιστασιακή) έδρα ελέγχοντας ισχυρούς μηχανισμούς ιμπεριαλιστικών κρατών.

*Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας, Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου

    

© 2018 ● ΔΗΚΚΙ - ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ